συνειρμικό

έκανα πολλά τσιγάρα στο μπαλκόνι και σκεφτόμουν παάρα πολύ
σαν να έπρεπε να σκεφτώ τα πάντα μέσα σε ένα βράδυ
στραβά τσιγάρα όπως τα κάνεις εσύ
κι όπως τα έκανε εκείνος το βράδυ που τον γνώρισα.
πέρασαν απ' το μυαλό μου όλοι κι όλα
χώθηκαν ανάμεσα στους αδιάκριτους ήχους του καπνού
που πάντα τα βράδια με γεμίζει ενοχές
γιατί είμαι η μόνη στη γειτονιά που σπάει τη σιωπή
παρόλο που περνάνε και αυτοκίνητα και ακούγονται και αυτά που φαντάζομαι πως είναι κουτιά αεριού για θέρμανση.
αποφάσισα πως δεν θέλω να με δει να καπνίζω εκείνος
κι αναρωτιόμουν τι να ονειρεύεται τώρα εκεί μέσα.
και έβλεπα τα παράθυρα τριγύρω και μου φαινόντουσαν πολλά
κι αναρωτιόμουν τι να έκαναν οι άνθρωποι από τη μέσα πλευρά των παραθύρων
και τι να ονειρευόντουσαν αυτοί
και ξαφνικά ήθελα να ξέρω τι ονειρεύονται όλοι οι γείτονές μου και όλοι οι συμπολίτες μου κι εσύ.

στο τελευταίο τσιγάρο με επένεσα γιατί θυμήθηκα τις μέρες που δεν ήξερα να στρίβω και "δες πώς τα  καταφέρνω τώρα".
κρύα χέρια και δυσκολία
και αναδρομή σε φορές που μου έστριψες εσύ τσιγάρα καθησυχάζοντάς με ότι όλοι κάποτε χάνουν για λίγο την ικανότητά τους
και όλες εκείνες τις φορές που μας τα στρίβει για όλη την παρέα εκείνη
και αν άραγε επιβραβεύει κι αυτή από μέσα της τον εαυτό της.

μάλλον δε θα ξεπεράσω ποτέ το άγχος που με πιάνει κάθε φορά που πετάω το μισοαναμένο τσιγάρο κάτω
μην από βλακεία μου πιάσει φωτιά όλη η γειτονιά.
και τι αστείο που περιμένω να αφουγκραστώ τον ήχο που κάνει όταν ακουμπάει άσφαλτο.
και όλα πια μυρίζουν τσιγαρίλα
είσαι ένα κινούμενο τασάκι με παγωμένα δάχτυλα.

πόσο γκρι υπάρχει τελικά, θεέ του ήλιου;
και προβολή ταινίας μικρού μήκους στο μυαλό μου
με τίτλο "το πιο ευτυχισμένο ξύπνημα"
και από πάνω του να προσγειώνονται όλα τα θλιμμένα
κι εκείνο το ένα να μου φέρνει στο νου το μπιζέλι ανάμεσα στα στρώματα της πριγκίπισσας του παραμυθιού.

ναι, τώρα είναι που πρέπει να αποφασίσω τα πάντα
να δω τη ζωή μου να περνάει από μπροστά μου
να αναρωτηθώ για όλα.

σκέφτηκα τόσο πολύ που δε μ αναγνώριζα πια.
ποια είσαι εσύ που σκέφτεσαι τόσο;
πότε ήρθες;
πότε φεύγεις;
Με ρωτάει πότε θα γίνω νορμάλ
και τι κερδίζω με το να είμαι έτσι.
Εγώ μόνο κοιτάω.
Φεύγει.
Αυτό μας έλειπε τώρα.
Στο μυαλό μου, μαζεύονται οι φωνές των ανθρώπων που μου χουν πει κάτι αντίστοιχο
σ' ένα μπουκέτο
και τραγουδάνε έναν ψαλμό
για την καημένη Κ
που δεν μπόρεσε να γίνει "νορμάλ"
κι ο κόσμος τη φοβότανε,
δεν την έπαιρνε στα σοβαρά
ή δεν την καταλάβαινε
Μέχρι που πέθανε
Φυσικά η δική μου φωνή σολάρει κάπου προς το τέλος.

[αυτό μας έλειπε τώρα.
πάνω που, δέκα λεπτά πριν,
είχα νιώσει μια αγάπη για τον εαυτό μου]

***
υ.γ.: είμαι πιο πεπεισμένη και σίγουρη από ποτέ πως για τους ανθρώπους που γράφουν είναι μεγάλη κατάρα να μοιράζονται το γραφείο τους. αφενώς, γιατί δε θα είναι ποτέ δικό τους, παραδομένο
κι αφετέρου, γιατί είναι το μόνο εύκολο να τους προδώσει.
πώς να σου πω ότι
τα πάρτυ δεν είναι πάρτυ χωρίς εσένα
και
τα χέρια δεν είναι χέρια
;