Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εσωτερικός μονόλογος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εσωτερικός μονόλογος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

κάνουμε μόνο λάθη/

οχλαγωγία->ποτέ καλό
όταν το μόνο που ζητώ είναι λίγη ηρεμία/
μα πότε ήρθαν όλα γύρω από το εγώ και στρογγυλοκάθισαν;

μόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθηκάνουμεμόνολάθημόνολάθη

και έχοντας βαρεθεί, με την έννοια του δεν μπορώ να αντέξω άλλο, αυτή τη μονότονη επανάληψη λαθών που οδηγούν σε αδιέξοδο καθιστώ τον εαυτό μου πνευματικό συνήγορο των απανταχού λαθοφόρων και ξεκινώ μια νοητή σταυροφορία υπέρ τους με στόχο να επαναφέρω την αξία του να κάνει κανείς και ένα λάθος που και που στη σύγχρονη πραγματικότητα.
από πότε η αξία μας μετριέται πολλαπλασιάζοντας των αριθμό των σωστών μας με κάποιο αόρατο συντελεστή; 
από πού προκύπτει αυτός ο φασισμός των δράσεων και επιλογών;
από πότε πρέπει να φερόμαστε κατά παραγγελία και κατά προσέγγιση των προσδοκιών των γύρω μας 
και πού σε όλο αυτό διατηρείται η ισορροπία του αυθεντικού εαυτού; 

και άσχετα και πέρα από όλα αυτά (ή ίσως όχι και τόσο άσχετα ή μακριά) είναι εκείνα τα τραγούδια που κάνουν την κιθάρα να βγάζει λυγμούς και τα μπράτσα να ανατριχιάζουν. που ηλεκτρίζουν όλη την ύπαρξη και εύχεσαι κάποιος να στα αφιέρωνε κάποτε κάποια στιγμή σε κάποια φάση υπό κάποιες συνθήκες
χοχο (σκέφτεσαι)
αλλά η αίσθηση αυτή μένει και ριζώνει ή βλασταίνει πάνω και μέσα σου και εμφανίζεται σε ανύποπτο χρόνο να σου πει στο αυτί: 
θέλω να κλάψω από συγκίνηση και έρωτα. 
θέλω τα μάτια μου να πλημμυρίζουν ενώ νιώθω αφύσικα δυνατά συναισθήματα για κάποιον 
με χέρια γύρω απ τη μέση μου και 
πιγούνι πάνω στον ώμο μου και 
στέρνο εκθαμβωτικό μες την απλότητά του
@

εξουδετέρωση, παράδοση, ανασυγκρότηση ηθικής

όταν κλείνω τα μάτια, είμαι μια οργή απερίγραπτη.
είμαι μια κραυγή που το εκτόπισμά της με εξουδετερώνει.
τρέχω (εγώ που δεν τρέχω ποτέ)
με τα μάτια κλειστά τρέχω και απλώνομαι ταχύτατα εμπρός
έχω την έκφραση του δρομέα στο πρόσωπό μου.
είναι, νομίζω, η ιδέα μου για την λύτρωση το τρέξιμο
(εμένα που δεν τρέχω ποτέ)

νιώθω να αδειάζω
και πάνω που πάω να γεμίσω να αδειάζω ξανά,
να μην μπορώ να συγκρατήσω το τρέμουλο στα χέρια
-που ανακλά το τρέμουλο στη σκέψη-

συνεχίζω να μη θέλω να μιλάω πια αλλά κανείς δεν το παίρνει στα σοβαρά
συνεχίζω να θεωρώ ιδανικό πρωινό αυτό που ξεκινά με σένα κουρνιασμένο δίπλα μου
δε θέλω να γράψω τίποτα άλλο ποτέ πια και
δε θέλω να πω τίποτα άλλο ποτέ πια και
δε θέλω να ακούσω τίποτα άλλο ποτέ πια και 
δε θέλω να δω τίποτα άλλο ποτέ πια
ούτε να νιώσω τίποτα άλλο ποτέ πια

θέλω να πέσω σε λήθαργο βαθύ και να πλέω στη φαντασία μου* για όλο το υπόλοιπο.
στις ζεστές αναμνήσεις που φτιάχνω για τον εαυτό μου, με όλα τα αγαπημένα πρόσωπα και πράματα και μέρη μέσα. εκεί που επιτέλους περνάω ένα βράδυ αληθινά ευτυχισμένη και οι λέξεις παύουν να έχουν κρυφά νοήματα και κρυφές κραυγές βοήθειας από πίσω.

δε θέλω να έχω πια αυτές τις γαμημένες κληρονομημένες ευθύνες
μονάχα η ευθύνη του εαυτού μου μου ναι αρκετή.
αφήστε με να επικεντρωθώ σ αυτήν επιτέλους.

*και είχα γράψει "φαντασία σου" αφηρημένα και γρήγορα στην αρχή γιατί μονάχα εσένα σκέφτομαι

συνειρμικό

έκανα πολλά τσιγάρα στο μπαλκόνι και σκεφτόμουν παάρα πολύ
σαν να έπρεπε να σκεφτώ τα πάντα μέσα σε ένα βράδυ
στραβά τσιγάρα όπως τα κάνεις εσύ
κι όπως τα έκανε εκείνος το βράδυ που τον γνώρισα.
πέρασαν απ' το μυαλό μου όλοι κι όλα
χώθηκαν ανάμεσα στους αδιάκριτους ήχους του καπνού
που πάντα τα βράδια με γεμίζει ενοχές
γιατί είμαι η μόνη στη γειτονιά που σπάει τη σιωπή
παρόλο που περνάνε και αυτοκίνητα και ακούγονται και αυτά που φαντάζομαι πως είναι κουτιά αεριού για θέρμανση.
αποφάσισα πως δεν θέλω να με δει να καπνίζω εκείνος
κι αναρωτιόμουν τι να ονειρεύεται τώρα εκεί μέσα.
και έβλεπα τα παράθυρα τριγύρω και μου φαινόντουσαν πολλά
κι αναρωτιόμουν τι να έκαναν οι άνθρωποι από τη μέσα πλευρά των παραθύρων
και τι να ονειρευόντουσαν αυτοί
και ξαφνικά ήθελα να ξέρω τι ονειρεύονται όλοι οι γείτονές μου και όλοι οι συμπολίτες μου κι εσύ.

στο τελευταίο τσιγάρο με επένεσα γιατί θυμήθηκα τις μέρες που δεν ήξερα να στρίβω και "δες πώς τα  καταφέρνω τώρα".
κρύα χέρια και δυσκολία
και αναδρομή σε φορές που μου έστριψες εσύ τσιγάρα καθησυχάζοντάς με ότι όλοι κάποτε χάνουν για λίγο την ικανότητά τους
και όλες εκείνες τις φορές που μας τα στρίβει για όλη την παρέα εκείνη
και αν άραγε επιβραβεύει κι αυτή από μέσα της τον εαυτό της.

μάλλον δε θα ξεπεράσω ποτέ το άγχος που με πιάνει κάθε φορά που πετάω το μισοαναμένο τσιγάρο κάτω
μην από βλακεία μου πιάσει φωτιά όλη η γειτονιά.
και τι αστείο που περιμένω να αφουγκραστώ τον ήχο που κάνει όταν ακουμπάει άσφαλτο.
και όλα πια μυρίζουν τσιγαρίλα
είσαι ένα κινούμενο τασάκι με παγωμένα δάχτυλα.

πόσο γκρι υπάρχει τελικά, θεέ του ήλιου;
και προβολή ταινίας μικρού μήκους στο μυαλό μου
με τίτλο "το πιο ευτυχισμένο ξύπνημα"
και από πάνω του να προσγειώνονται όλα τα θλιμμένα
κι εκείνο το ένα να μου φέρνει στο νου το μπιζέλι ανάμεσα στα στρώματα της πριγκίπισσας του παραμυθιού.

ναι, τώρα είναι που πρέπει να αποφασίσω τα πάντα
να δω τη ζωή μου να περνάει από μπροστά μου
να αναρωτηθώ για όλα.

σκέφτηκα τόσο πολύ που δε μ αναγνώριζα πια.
ποια είσαι εσύ που σκέφτεσαι τόσο;
πότε ήρθες;
πότε φεύγεις;

εσείς

κλαίω.
βλέπω κρυφά φωτογραφίες από τα γενέθλιά σου. βλέπω ότι είσαι χαρούμενος. με τους φίλους σου. βλέπω ότι χαμογελάς. βλέπω ότι συνεχίζεις να καπνίζεις. άραγε σου περνάει ποτέ από τον νου πως σε κατασκοπεύω που και που?
μου μιλάς και χαμογελάω. νιώθω ότι απαντάω σωστά' όπως θα 'πρεπε. δε λέω αυτό που περίμενες, σε πιάνω απροετοίμαστο, σε σκαλώνω, μ' ερωτεύεσαι σιγά σιγά. βγαίνεις για καφέ και με σκέφτεσαι. μιλάς στον αδερφό σου για μένα. με ψάχνεις στα γνωστά στέκια.
εγώ ψάχνω κάποιον άλλο που δεν έρχεται ποτέ. το σκάω απ το σπίτι μου γι αυτόν. πίνω γι αυτόν. καταπίνω την περηφάνια μου γι αυτόν. ρωτάω "πού είναι?". φλυαρώ γι αυτόν κι αυτός δεν έρχεται ποτέ.
φλυαρείς για μένα κι εγώ όταν σε βλέπω κρύβομαι γιατί ξέρω ότι φλυαρείς για μένα.
ξυπνάω σε άγνωστα διαμερίσματα και δε σε σκέφτομαι. σκέφτομαι εκείνον και τον οικοδεσπότη μου.
σκέφτομαι τα ψέματα που είπα κι αυτά που θα πω.
κλαίω.
με περιτριγυρίζουν πολλοί και μου δίνουν αναπτήρα και χαρτάκια. με κοιτούν και πετούν την ατάκα που ετοίμαζαν τρεις μέρες τώρα στο μυαλό τους.
χμ, δεν ξέρω. δε θέλω. εγώ άλλον περιμένω. για άλλον τρώγομαι. μα έχω χρόνο και για σας.
τι είμαι?
πώς κατέληξα έτσι??
ΌΧΙ! ΔΕ ΣΟΥ ΚΑΝΩ ΝΑΖΙΑ-
-απλά δεν με ενδιαφέρουν αυτά που λες.
τι; με είπες ενδιαφέρον άνθρωπο? αυτό μάλιστα! μόλις κέρδισες μια νύχτα μαζί μου! (δώρο που δε θα παραλάβεις ποτέ)
πού είναι η μούσα μου;
γιατί σε κατασκοπεύω;
γιατί τον αφήνω να με αγγίζει;
γιατί μου το είπε τώρα αυτό;
γιατί με κοίταξε;
όσο και να μου δώσεις να πιω δεν θα ρθω σπίτι σου, κατάλαβέ το.

κατάθλιψήμου

χαιρετήστε μία ύπαρξη κενή. ρωτήστε την πώς είναι και τι κάνει. βουλιάξτε στις ψεύτικες απαντήσεις της και πιστέψτε τις. νιώστε τη ζεστασιά στα σωθικά σας από το στημένο της χαμόγελο. το κραγιόν στον κυνόδοντά της είναι η μοναδική ένδειξη για το ότι δεν αισθάνεται, δεν ενδιαφέρεται, δεν θέλει.
λέει στον εαυτό της: "δεν ανήκω εδώ. κάποιο λάθος έχει γίνει"
λέει στους γύρω της: "δεν ανήκω εδώ. κάποιο λάθος έχει γίνει"
λέει στους άγνωστους: "δεν ανήκω εδώ. κάποιο λάθος έχει γίνει"

και κλαίει μόνη. χαμογελάει με παρέα. και φιλάει είδωλα. και αγγίζει ιδέες. και γράφει γράμματα για να την θυμούνται. και όλα αυτά τα απογεύματα'
γιατί τα πρωινά κοιμάται..


Με μια κούπα καφέ στο χέρι και τη μουσική στο σαφλ.

Η αλήθεια είναι ότι ο νες δε μ’ αρέσει καθόλου. Κάθε φορά, μάλιστα, που πίνω, με την πρώτη γουλιά θυμάμαι τον λόγο για τον οποίο τον αποφεύγω. Καφές φίλτρου, λοιπόν. Σε μεγάάλη κούπα. Συντροφιά μου κρατάνε οι Fugazi, οι Peppers, ο Waits κι οτιδήποτε ξεσηκώνει το άι τιούνς από τον υπέρογκο φάκελο «Η Μουσική Μου».
Στήβες βιβλίων και περιοδικών στα δεξιά μου περιμένουν ή να ταξινομηθούν ή να περάσουν σε άλλα χέρια, ίσως την επόμενη οικογένειά τους. Ορίστε κάτι που αναβάλλω εδώ και καιρό, να αφήσω ελεύθερα τα δύσμοιρα βιβλία που μένουν αχρησιμοποίητα και ταπεινωμένα για χρόνια σ ένα διαμέρισμα που απλά δεν ανήκουν! Σημειώνω, επομένως:
1.       Βιβλία για δόσιμο.
2.       Ξεκαθάρισμα  περιοδικών .
Τώρα που έριξα μια ματιά στο δωμάτιο αντιλήφθηκα ότι η θέση των κρεμαστρών δεν είναι το πάτωμα –ΜΑ ΓΙΑ ΟΝΟΜΑ!-, των άδειων πλαστικών μπουκαλιών δεν είναι τα ράφια και –οκ- προφανώς των ρούχων δεν είναι η πολυθρόνα. Μπορεί το τελευταίο να είναι ιδιαίτερα κλασσικό και να συγχωρείται καθώς η πολυθρόνα μου δεν είναι ούτε η πρώτη ούτε η τελευταία πολυθρόνα που της συμβαίνει κάτι παρόμοιο  και πάλι, όμως, σημειώνω:
3.       Κρεμάστρες??
4.       Ανακύκλωση, επιτέλους!
5.       Πλυντήριο/Σίδερο
6.       (και γιατί όχι;) Σκούπισμα.
*Ματιά στα δεξιά*
Και συνεχίζω. Η στοίβα από «Γλυκές Ιστορίες» μου θύμισε ότι κάποτε δημιουργούσα, σαν άλλη ζαχαροπλάστισσα, κι έβαζα φίλους κ οικογένεια να κάνουν τους  επιεικείς κριτές (βλ. πειραματόζωα, θυσία για το κοινό καλό, κ.α.)’ ενώ, η στοίβα από «SONIK» ότι κάποτε εγώ κ η μουσική.. Τέλος πάντων, σημειώνω:
8.       Τ24, σελ. 100: κρέμα λεμονιού..

Όχι, δεν είναι ένας από εκείνους τους μονολόγους που ξεκινούν ως “..από Δευτέρα θα κόψω το κάπνισμα, τα αλλαντικά και την κόκα κόλα και θα γραφτώ σε γυμναστήριο, θα κατεβαίνω  από το λεωφορείο δυο στάσεις πιο πριν και θα αγοράζω κόκα κόλα λάιτ..”. Ούτε καν! Δηλαδή, ναι μεν είναι μονόλογος αλλά όχι αυτού του στιλ. Είναι ένας μονόλογος ξυπνήματος μετά από λήθαργο. Μετά από εκείνον τον περίεργο λήθαργο που αργείς να καταλάβεις ότι υπάρχει ώσπου ένα φιλικό πρόσωπο να σου πει κάτι που ακούγεται στα αυτιά σου ως γιατί άφησες τόσο τον εαυτό σου.

Ουφ! Πόσο καιρό έλειπα, άραγε;

τόσα καλοκαίρια...


οι άνθρωποι είναι τόσο πιεσμένοι πλέον. αρκεί μια σταγόνα για να ξεχειλίσει το ποτήρι.
γι αυτό ας μην πιέζουμε ο ένας τον άλλο.
ας ηρεμήσουμε.
ας χαλαρώσουμε.
είναι καλοκαίρι' ας βγάλουμε τον καλό μας εαυτό προς τα έξω. μα του αξίζει, δεν νομίζετε;

πρόσεχε μην βγεις απ' τον δρόμο σου, πόρνη

γιατί είναι πολύ πιο εύκολο να αλλάζεις κάθε τόσο δρόμο βαφτίζοντας την πράξη σου αυτή περιπέτεια και δράση' παρά να μένεις στον ίδιο και να ολοκληρώνεις την διαδρομή ξεπερνώντας τις δυσκολίες και το άγχος της απόστασης.

στην τελική, θες να φτάσεις ή όχι;

Φεύγω

μέσα στο πανδαιμόνιο των εξετάσεων, επέλεξα να φύγω για το σαββατοκύριακο από το λιμάνι μου και να περάσω δυο μέρες στο απομονωμένο κι εμφανισιακά χαμμένο στο χρόνο χωριό μου. στην ουσία, οι σκέψεις μου με στέλνουν εκεί. ή καλύτερα θα μπορούσα πω η σκέψη του.

παίρνω το ρίσκο να πατώσω στη φυσική την επόμενη δευτέρα, ελπίζοντας πως με την σύντομη απουσία μου από τα συνηθισμένα μέρη και την απαρέτητη, κρυφή παρέτησή μου από την καθημερινότητα, θα ηρεμήσει η Φαντασία μου που, μεσ' το κεφάλι μου, παίζει μαζοχιστικά παιχνίδια με την Ανάμνηση και τον Πόθο.

πραγματικά ώρες ώρες απορώ εάν η ζωή μου θα 'ναι συνεχώς έτσι από δω κ στο εξίς, εάν δηλαδή θα αρκούμε στο να φεύγω για μικρά διαστήματα και να παραιτούμε, έχοντας σκοπό να συνεχίσω έπειτα λίγω παρακάτω την εξτατικά μονότονη διαδρομή μου..

Δεν είναι αυτό που νομίζεις..

..όταν συγκρατείς τον εαυτό σου επίτηδες στην επιφάνεια γιατί στον βυθό βρίσκεται το πιο μισητό σου μαργαριτάρι- η αλήθεια.

Είναι η σκιά σου που αποφεύγεις να κοιτάξεις× βρίσκεται μονίμως πίσω σου βέβαια, αλλά σε βολεύει το γεγονός αυτό. Και μόνο η γνώση της ύπαρξης της αλήθειας σε κάνει να νιώθεις ενοχή. Σ’ ακολουθεί, σωστά; Το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να στρέψεις το κεφάλι σου και θα την δείς.

Αλλά δε θέλεις.

Η απραξία και η επιλογή της σταθερότητας σε αποσαθρώνει. Κολυμπάς στα ρηχά, η άμμος γρατζουνάει τα πόδια σου, η ασφάλεια σε καθησυχάζει. Την άλλη έχεις ξανοιχτεί. Λοιπόν, το μαργαριτάρι είναι κάπου εκεί κάτω, θα κάνεις τι;

Συνεχίζεις το ύπτιο.

Είναι σαν αποστολή. Σε ‘στείλαν στο νερό για το μαργαριτάρι- να το βρεις και να το φέρεις πίσω. Επιλέγεις να ανοιχτείς και να ξεφύγεις. Πιστεύεις πως είναι εύκολο× κολυμπάς με ευκολία ούτως ή άλλως από τα 8 σου. Λίγα μίλια μόνο.

Και καθώς ο ήλιος αλλάζει θέση, η σκιά αρχίζει να προχωρά μπροστά σου. Σε οδηγεί κατά κάποιο τρόπο. Θα βρεις μέθοδο να το αγνοήσεις κι αυτό ή θα ενδώσεις στην κατάσταση. Θα αφήσεις την σκιά να πάρει την θέση σου. Να λειτουργεί αντί για σένα, να πλάθει τη ζωή σου- ίσως.

Μετατρέπεσαι σε σκιά, γαμώτο. Ξεφεύγεις απ‘ τον εαυτό σου. Μόνο και μόνο γιατί η αλήθεια είναι πολύ πικρή για σένα. Για να την δεχτείς. Και θα νυχτώσει. Το φως θα χαθεί, είσαι φαινόμενο της φυσικής πλέον -χάνεσαι κι εσύ. ΠΑΦ!

Monologue

[...] Because my life has never been so innocently full of dark pleasures and sins.
And my face has never seen so many happily hated and torn brothers, from different palms.
And my soul has never felt such burning, such loss. Since the Earth stopped turning.
Really, why one would want to sacrifice all those unfeeling wounds again?
[...] I know I can drown whomever I want, selfishly playing under the thought of a great lesson I'm giving to fate and statistics.
And gladly I rise in front of my ability to distraction. Not only for myself -for everything.
With a sense of touching and just one coloured breeze,
defunctedly, productively.
And with hands wide open, while holding the sky,
I stay quiet.
Cause I'd pray if I believed somewhere except from solidarity
or wine.
and that's what she said. well, she never tried to hide herself anyway..