Φεύγω

μέσα στο πανδαιμόνιο των εξετάσεων, επέλεξα να φύγω για το σαββατοκύριακο από το λιμάνι μου και να περάσω δυο μέρες στο απομονωμένο κι εμφανισιακά χαμμένο στο χρόνο χωριό μου. στην ουσία, οι σκέψεις μου με στέλνουν εκεί. ή καλύτερα θα μπορούσα πω η σκέψη του.

παίρνω το ρίσκο να πατώσω στη φυσική την επόμενη δευτέρα, ελπίζοντας πως με την σύντομη απουσία μου από τα συνηθισμένα μέρη και την απαρέτητη, κρυφή παρέτησή μου από την καθημερινότητα, θα ηρεμήσει η Φαντασία μου που, μεσ' το κεφάλι μου, παίζει μαζοχιστικά παιχνίδια με την Ανάμνηση και τον Πόθο.

πραγματικά ώρες ώρες απορώ εάν η ζωή μου θα 'ναι συνεχώς έτσι από δω κ στο εξίς, εάν δηλαδή θα αρκούμε στο να φεύγω για μικρά διαστήματα και να παραιτούμε, έχοντας σκοπό να συνεχίσω έπειτα λίγω παρακάτω την εξτατικά μονότονη διαδρομή μου..

Απωθημένα #1

Στρώσαμε το τραπέζι των απωθημένων μας
και βάλαμε το καλό μας σερβίτσιο'
καλέσαμε απρόσμενα τους φίλους
κι αρχίσαμε το γλέντι δίχως δισταγμούς.
Τη μια τσουγκρίζαμε τα ποτήρια μας,
την άλλη τα γεμίζαμε αποστροφή.
Και ξάφνου όλοι βρέθηκαν να κάθονται αντικριστά.
Τη μία μεθούσαμε με λύσσα,
την άλλη ξυπνούσαμε το πνεύμα, τη θεά των βασάνων μας'
κι αντί για καφεΐνη νιώθαμε ανακούφιση.
Στη λάντζα, αργότερα, άρχισα ν' αναρωτιέμαι:
άραγε, τι απ' όλα αυτά να κρατήσω;
Μα, το δείπνο των απωθημένων μας είχε λήξει.
Τον άνθρωπο που μ’ έβαλες να βρω
τον βάζεις να μιλάει με τη φωνή μου
Να λέει ψέμματα πως θέλεις την ψυχή μου
Τι να του πω;

Περπάτησα στους δρόμους σου καιρό
Απόψε λέω να μη βγω
Θα ονειρευτώ πως ταξιδεύω ένα πρωί
κι είσαι μαζί μου...

http://youtu.be/1RjybdEX3q0